Τρεις Μέρες στα Ευρυτανικά βουνά

 

“Σε εκείνους τους ταξιδιώτες που χαράζουν την πορεία τους χωρίς χάρτες ή οδηγούς,
κάθε απρόσμενη αλλαγή του πλάνου τους, τους γεμίζει με ένα κύμα χαράς.
Αυτή η χαρά δεν είναι κάποια πόρνη που μπορεί να αγοραστεί με το χρήμα, ούτε κάποια
νόστιμη γειτόνισσα που μπορείς να τη ρίξεις με ένα επίμονο φλερτ. Αυτή η χαρά
(αν επιμένουμε να προσοποποιούμε την αίσθησή της σαν θηλυκιά), είναι μια άγρια
γαλανομάτα νεράιδα, είναι η αγαπημένη κόρη της περιπέτειας, είναι η αδελφή του
κινδύνου και για χάρη της – για τη σπάνια και πάντα εφήμερη αγκαλιά της, για την
προσωρινή πίεση που ασκεί στην εγκεφαλική μεμβράνη της έκστασης – είναι που
πολλοί εγκαταλείπουν τα σπίτια τους.”

Tom Robbins – “Το Άρωμα του Ονείρου”

 

Μέρα 1η: Τούμπες και Ιδρώτας.

Πρωτομαγιά και η Άνοιξη στα φόρτε της. Ξεκινώντας όπως πάντα χαλαρά το μεσημέρι μας βρήκε στα πέριξ της Λαμίας. Απο ‘κει πιάσαμε επαρχιακό και στη συνέχεια χωματόδρωμο. Ο μακρύς χειμώνας, και η έλειψη συντήρησης των δρόμων έχουν φτιάξει ένα απολαυστικό τερρέν για τους λάτρεις της περιπέτειας, αλλά άμα το θερμόμετρο πλησιάζει τους 30…τα πράγματα δυσκολεύουν.

 

 

 

Η πρώτη στάση στο πρώτο δροσιστικό ποταμάκι. Τα δύσκολα δεν έχουν έρθει ακόμα.
Η συνέχεια είναι γεμάτη από απρόοπτα: Πτώσεις (ευτυχώς ανώδυνες), μια σπασμένη
μανέτα, ένα σκασμένο λάστιχο και ολόκληρα λίτρα ιδρώτα…
Έξω από το χωριό Πάπας σταματήσαμε ξανά για ανασυγκρότηση και ξεκούραση.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
Η μεγάλη αυτή μέρα είχε ως ανταμοιβή ένα εξίσου μεγαλοπρεπές τσιμπούσι στη ταβέρνα –
καφενείο – παντοπωλείο του κυρ-Ηλία στο χωριό Μολόχα. Πέρα από το κατάστημα αυτό,
ο κυρ-Ηλίας ασχολείται και με τη διοργάνωση πανυγηριών, ενώ στο παρελθόν έχει κάνει
και καριέρα τραγουδιστή!
Αυτό που μας συγκινεί στον κυρ-Ηλία ή στο μαγαζί του δεν είναι η γραφικότητα. Είναι οι
τελευταίες εικόνες ενός κόσμου που πολύ γρήγορα θα ερημώσει και σύντομα θα εξαφανιστεί.

 

Μέρα 2η: Του ύψους και του βάθους.

Το βράδυ κατασκηνώσαμε στο μοναστήρι της Παναγιάς και είχαμε για παρέα τον φύλακα του
μοναστηριού τον Σωτήρη, και τη χαριτωμένη σκυλίτσα του. Ένας σύγχρονος ερημήτης με
σύγχρονες απόψεις περί φύσης και οικολογίας. Τον συμπαθήσαμε και νομίζω ότι μας
συμπάθησε και αυτός.

Το πρωινό ξεκίνησε δυναμικά με αρκετά
περάσματα από ποταμάκια που αυτή την
εποχή είναι στα φόρτε τους. Κάποιοι (και
κάποιες) δεν κρατήθηκαν και είπαν να ρίξουν
από μια βουτιά. Τελίκά επικράτησε η λογική…
Στη συνέχεια σκαρφαλώσαμε στα 1600
μέτρα για να ξαναπέσουμε στη κοιλάδα
του Αγραφιώτη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Στο Κοροπλέσι και στο τετράστρατο της Νιάλας.

 


Στα αλπικά λιβάδια της Νιάλας.

Στο χωριό Άγραφα κάναμε μια στάση για ανεφοδιασμό σε τσίπουρο και βενζίνη.
Βενζίνη δεν βρήκαμε αλλά από τσίπουρο άλλο τίποτα…Ευχάριστη έκπληξη ήτανε
η τυχαία συνάντηση με παλιότερο μέλος του ΣΥΜΟΦΕ και τη καλή του.
Η χαλαρή διάθεση και το τσίπουρο δώσανε έμπνευση στους φωτογράφους για
τη λήψη μερικών πορτραίτων.


(Μάλλον περισσότερο το τσίπουρο)

Το βράδυ μας βρήκε κοντά στα δάση της Γραμμένης Οξιάς. Έπρεπε βλέπετε,
να αρχίσουμε να κατηφορίζουμε προς τη πρωτεύουσα, μετριάζοντας έτσι
τα χιλιόμετρα της επιστροφής.
Η φιλοξενία και το καλό φαγητό στο χωριό Πουγκάκια ήτανε για μας πραγματικό
βάλσαμο ύστερα από τόσα κουραστικά και δύσκολα χιλιόμετρα.

 

Μέρα 3η: Της δύσκολης επιστροφής.


Πρωινό ξύπνημα και κανείς δεν θέλει να γυρίσει. Παρ’ολα αυτα και η επιστροφή επιφύλασε εκπλήξεις.

Στα αλπικά λιβάδια της Σαράνταινας. Στο βάθος τα χιονισμένα Βαρδούσια.

 


Τελευταία στάση πριν τον πολιτισμό στο χωριό Πενταγιοί. Στη πολύ όμορφη πλατεία
με τον τεράστιο πλάτανο και την φοβερή θέα στις κορφές των Βαρδουσίων.
Φοβερά και τα εδέσματα που μας σερβίρανε. Ο Θοδωρής πασχίζει να σώσει το επιδόρπιο.
Καλούς δρόμους να’χετε και καλή αντάμωση στην επόμενη χωμάτινη εξόρμηση!